monologar
mo
mo
μο
no
no
νο
lo
lo
λο
gar
ˈɣaɾ
γαρ
televisarruborizarblanqueardescolgar

Ορισμός και σημασία του "monologar"στα ισπανικά

monologar
01

μονολογώ, προφέρω μονόλογο

hablar solo o pronunciar un monólogo 
monologar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
monologo
γ΄ ενικό πρόσωπο
monologa
ενεστώτα μετοχή
monologando
απλός αόριστος
monologué
παθητική μετοχή
monologado
Παραδείγματα
El actor monologó frente al público. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store