Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
monologar
[past form: monologué][present form: monologo]
01
μονολογώ, προφέρω μονόλογο
hablar solo o pronunciar un monólogo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
monologo
γ΄ ενικό πρόσωπο
monologa
ενεστώτα μετοχή
monologando
απλός αόριστος
monologué
παθητική μετοχή
monologado
Παραδείγματα
A veces, los personajes de la novela monologan en primera persona.



























