Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relatar
01
αφηγούμαι, αναφέρω
contar o narrar hechos o historias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
relato
γ΄ ενικό πρόσωπο
relata
ενεστώτα μετοχή
relatando
απλός αόριστος
relaté
παθητική μετοχή
relatado
Παραδείγματα
El periodista relató los acontecimientos del día.
Ο δημοσιογράφος ανέφερε τα γεγονότα της ημέρας.



























