Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tragedia
[gender: feminine]
01
τραγωδία
obra de teatro o suceso caracterizado por un desenlace triste o doloroso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tragedias
Παραδείγματα
La tragedia se centra en la caída de un personaje noble.
Η τραγωδία επικεντρώνεται στην πτώση ενός ευγενούς χαρακτήρα.



























