Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
traficar
01
διακινώ παράνομα, κάνω λαθρεμπόριο
comerciar ilegalmente con mercancías prohibidas, como drogas o armas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
trafico
γ΄ ενικό πρόσωπο
trafica
ενεστώτα μετοχή
traficando
απλός αόριστος
traficó
παθητική μετοχή
traficado
Παραδείγματα
La red traficaba con órganos humanos.
Το δίκτυο εμπορευόταν ανθρώπινα όργανα.



























