traficar
Pronunciation
/tɾˌafikˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "traficar"στα ισπανικά

traficar
01

διακινώ παράνομα, κάνω λαθρεμπόριο

comerciar ilegalmente con mercancías prohibidas, como drogas o armas
traficar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
trafico
γ΄ ενικό πρόσωπο
trafica
ενεστώτα μετοχή
traficando
απλός αόριστος
traficó
παθητική μετοχή
traficado
Παραδείγματα
La red traficaba con órganos humanos.
Το δίκτυο εμπορευόταν ανθρώπινα όργανα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store