Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El traidor
01
προδότης
una persona que traiciona a su país, grupo o a la confianza de alguien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
traidores
Παραδείγματα
Lo consideraron un traidor por vender secretos al enemigo.
Τον θεώρησαν προδότη γιατί πούλησε μυστικά στον εχθρό.



























