Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La trama
01
συνωμοσία, συνωμοσία
plan secreto que se hace para lograr un objetivo, generalmente ilegal o engañoso
Παραδείγματα
Descubrieron una trama para derrocar al gobierno.
Ανακάλυψαν μια συνωμοσία για την ανατροπή της κυβέρνησης.
02
πλοκή, υπόθεση
sucesión de hechos que forman la historia de un libro, película o obra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tramas
Παραδείγματα
La trama de la novela es muy emocionante.
Η πλοκή του μυθιστορήματος είναι πολύ συναρπαστική.
03
υφάδι, κρόσση
el conjunto de hilos que se tejen horizontalmente a través de la urdimbre
Παραδείγματα
La trama pasa por encima y por debajo de los hilos de la urdimbre.
Η υφάντρα περνάει πάνω και κάτω από τα νήματα της στήμωνας.



























