Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confundir
01
μπερδεύω, σαστίζω
hacer que alguien no entienda algo o se sienta perdido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
confundo
γ΄ ενικό πρόσωπο
confunde
ενεστώτα μετοχή
confundiendo
απλός αόριστος
confundí
παθητική μετοχή
confundido,confuso
Παραδείγματα
La situación me confunde mucho.
Η κατάσταση με μπερδεύει πολύ.



























