Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El dinamismo
01
δυναμισμός, ζωντάνια
capacidad de moverse, cambiar o actuar con energía y eficacia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La empresa necesita más dinamismo en sus proyectos.
Η εταιρεία χρειάζεται περισσότερο δυναμισμό στα έργα της.



























