Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La soledad
01
μοναξιά, απομόνωση
estado de estar solo o sin compañía
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La canción habla de la soledad del corazón.
Το τραγούδι μιλά για τη μοναξιά της καρδιάς.



























