la soledad
so
so
so
le
le
le
dad
ˈðað
dhadh
vanidadhumedadamistadNavidad

Ορισμός και σημασία του "soledad"στα ισπανικά

01

μοναξιά, απομόνωση

estado de estar solo o sin compañía 
la soledad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La soledad puede ser relajante si la eliges. 

Η μοναξιά μπορεί να είναι χαλαρωτική αν την επιλέξεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store