Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intuitivo
01
διαισθητικός
que permite comprender o percibir algo de manera natural, sin razonamiento explícito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más intuitivo
συγκριτικός βαθμός
más intuitivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intuitivo
αρσενικό πληθυντικό
intuitivos
θηλυκό ενικό
intuitiva
θηλυκό πληθυντικό
intuitivas
Παραδείγματα
La lectura de la situación fue completamente intuitiva.
Η ανάγνωση της κατάστασης ήταν εντελώς διαισθητική.



























