Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intrigar
01
εξιτάρω την περιέργεια, συναρπάζω
despertar interés o curiosidad intensa en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
intrigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
intriga
ενεστώτα μετοχή
intrigando
απλός αόριστος
intrigó
παθητική μετοχή
intrigado
Παραδείγματα
La novela logra intrigar al lector desde la primera página.
Το μυθιστόρημα καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη σελίδα.



























