Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intrigar
01
εξιτάρω την περιέργεια, συναρπάζω
despertar interés o curiosidad intensa en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
intrigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
intriga
ενεστώτα μετοχή
intrigando
απλός αόριστος
intrigó
παθητική μετοχή
intrigado
Παραδείγματα
El científico intriga a sus estudiantes con experimentos sorprendentes.
Ο επιστήμονας ενδιαφέρει τους μαθητές του με εκπληκτικά πειράματα.



























