Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La reacción
[gender: feminine]
01
αντίδραση
respuesta o efecto que se produce ante un estímulo, situación o acción
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
reacciones
Παραδείγματα
Su reacción a la crítica fue calmada y profesional.
Η αντίδρασή του στην κριτική ήταν ήρεμη και επαγγελματική.
02
αντίδραση
respuesta del organismo ante un estímulo o sustancia
Παραδείγματα
La reacción apareció rápidamente.
Η αντίδραση εμφανίστηκε γρήγορα.



























