Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La plasmación
[gender: feminine]
01
ενσάρκωση, συγκεκριμενοποίηση
acción o resultado de dar forma concreta a una idea o sentimiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
plasmaciones
Παραδείγματα
La fotografía es la plasmación de un momento único.
Η φωτογραφία είναι η plasmación μιας μοναδικής στιγμής.



























