plantar
plan
plan
plan
tar
ˈtaɾ
tar
plantear

Ορισμός και σημασία του "plantar"στα ισπανικά

plantar
01

φυτεύω, σπέρνω

poner semillas, árboles o plantas en la tierra para que crezcan 
plantar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
planto
γ΄ ενικό πρόσωπο
planta
ενεστώτα μετοχή
plantando
απλός αόριστος
plantó
παθητική μετοχή
plantado
Παραδείγματα
Voy a plantar flores en el jardín. 

Πρόκειται να φυτέψω λουλούδια στον κήπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store