Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plantar
01
φυτεύω, σπέρνω
poner semillas, árboles o plantas en la tierra para que crezcan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
planto
γ΄ ενικό πρόσωπο
planta
ενεστώτα μετοχή
plantando
απλός αόριστος
plantó
παθητική μετοχή
plantado
Παραδείγματα
Debemos plantar plantas resistentes a la sequía.
Πρέπει να φυτέψουμε ανθεκτικά στη ξηρασία φυτά.



























