Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prosaico
01
πεζός, κοινός
común, sin originalidad o emoción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más prosaico
συγκριτικός βαθμός
más prosaico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prosaico
αρσενικό πληθυντικό
prosaicos
θηλυκό ενικό
prosaica
θηλυκό πληθυντικό
prosaicas
Παραδείγματα
La descripción del lugar era prosaica y simple.
Η περιγραφή του τόπου ήταν προσαϊκή και απλή.



























