Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entretenido
01
διασκεδαστικός, ψυχαγωγικός
que causa interés y diversión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más entretenido
συγκριτικός βαθμός
más entretenido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
entretenido
αρσενικό πληθυντικό
entretenidos
θηλυκό ενικό
entretenida
θηλυκό πληθυντικό
entretenidas
Παραδείγματα
La charla fue corta pero entretenida.
Η ομιλία ήταν σύντομη αλλά διασκεδαστική.



























