Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entresuelo
01
μεζανίνο (σε θέατρο)
la primera planta de butacas en un teatro, situada entre el patio de butacas y el primer piso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
entresuelos
Παραδείγματα
El entresuelo suele ser más caro que el patio de butacas.
Ο μεζονέτας είναι συνήθως πιο ακριβός από την πλατεία.
02
ενδιάμεσος όροφος, μεζονέτα
un piso intermedio entre dos plantas principales de un edificio, generalmente de menor altura
Παραδείγματα
La biblioteca tiene un entresuelo con mesas de estudio.
Η βιβλιοθήκη έχει ένα ημιώροφο με τραπέζια μελέτης.



























