astronómico
ast
ast
ast
ronó
ˈɾono
rono
mi
mi
mi
co
ko
ko
económico

Ορισμός και σημασία του "astronómico"στα ισπανικά

astronómico
01

αστρονομικός, σχετικός με την αστρονομία

relativo a la astronomía 
astronómico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
astronómico
αρσενικό πληθυντικό
astronómicos
θηλυκό ενικό
astronómica
θηλυκό πληθυντικό
astronómicas
Παραδείγματα
El telescopio captó una señal astronómica muy débil. 

Το τηλεσκόπιο κατέγραψε ένα πολύ αδύναμο αστρονομικό σήμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store