Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El estallido
01
έκρηξη, εκπυρσοκρότηση
ruptura o explosión violenta que produce un ruido fuerte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
estallidos
Παραδείγματα
Hubo un estallido repentino en la fábrica.
Υπήρξε ένα ξαφνικό estallido στο εργοστάσιο.
02
έκρηξη, ξέσπασμα
un inicio súbito y violento de algo, como una emoción, un conflicto o una actividad
Παραδείγματα
Hubo un estallido de violencia en las protestas.
Υπήρξε μια έκρηξη βίας στις διαδηλώσεις.



























