Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
devastador
01
καταστροφικός
que causa destrucción o daño muy grande
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más devastador
συγκριτικός βαθμός
más devastador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
devastador
αρσενικό πληθυντικό
devastadores
θηλυκό ενικό
devastadora
θηλυκό πληθυντικό
devastadoras
Παραδείγματα
El virus tuvo un efecto devastador en la población.
Ο ιός είχε καταστροφικό αντίκτυπο στον πληθυσμό.



























