Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ilimitado
01
απεριόριστος
que no tiene límites o restricciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ilimitado
συγκριτικός βαθμός
más ilimitado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ilimitado
αρσενικό πληθυντικό
ilimitados
θηλυκό ενικό
ilimitada
θηλυκό πληθυντικό
ilimitadas
Παραδείγματα
El potencial de crecimiento es ilimitado.
Το δυναμικό ανάπτυξης είναι απεριόριστο.



























