ilimitado
Pronunciation
/ˌilimitˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "ilimitado"στα ισπανικά

01

απεριόριστος

que no tiene límites o restricciones
ilimitado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ilimitado
συγκριτικός βαθμός
más ilimitado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ilimitado
αρσενικό πληθυντικό
ilimitados
θηλυκό ενικό
ilimitada
θηλυκό πληθυντικό
ilimitadas
Παραδείγματα
El potencial de crecimiento es ilimitado.
Το δυναμικό ανάπτυξης είναι απεριόριστο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store