Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
energético
01
ενεργειακός, ενεργητικός
relacionado con la energía o que produce energía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
energético
αρσενικό πληθυντικό
energéticos
θηλυκό ενικό
energética
θηλυκό πληθυντικό
energéticas
Παραδείγματα
La industria energética está innovando constantemente.
Η βιομηχανία ενέργειας καινοτομεί συνεχώς.



























