energético
e
e
e
ne
ne
ne
rgé
ˈɾxe
rkhe
ti
ti
ti
co
ko
ko
apopléticodietéticosintéticopolifacético

Ορισμός και σημασία του "energético"στα ισπανικά

energético
01

ενεργειακός, ενεργητικός

relacionado con la energía o que produce energía 
energético definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
energético
αρσενικό πληθυντικό
energéticos
θηλυκό ενικό
energética
θηλυκό πληθυντικό
energéticas
Παραδείγματα
El sector energético es fundamental para la economía. 

Ο ενεργειακός τομέας είναι θεμελιώδης για την οικονομία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store