Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
endurecer
01
σκληρύνω, ενισχύω
hacer que algo se vuelva más duro o firme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
endurezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
endurece
ενεστώτα μετοχή
endureciendo
απλός αόριστος
endureció
παθητική μετοχή
endurecido
Παραδείγματα
El chef endureció la masa dejando que reposara.
Ο σεφ σκλήρυνε τη ζύμη αφήνοντάς την να ξεκουραστεί.
02
ενισχύω, σκληραίνω
hacer que algo sea más fuerte o resistente
Παραδείγματα
Las paredes se endurecieron con el refuerzo de concreto.
Οι τοίχοι σκλήρυναν με την ενίσχυση σκυροδέματος.



























