Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
endulzar
01
γλυκαίνω, ζαχαρώνω
añadir azúcar o un producto dulce a algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
endulzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
endulza
ενεστώτα μετοχή
endulzando
απλός αόριστος
endulzó
παθητική μετοχή
endulzado
Παραδείγματα
Voy a endulzar el té con una cucharada de miel.
Θα γλυκάνω το τσάι με μια κουταλιά μέλι.
02
μαλακώνω, ελαφρύνω
hacer una situación, una persona o unas palabras más agradables o suaves
Παραδείγματα
Intentó endulzar la noticia con palabras amables.
Προσπάθησε να γλυκάνει τα νέα με καλά λόγια.



























