el ámbito
Pronunciation
/ˈambito/

Ορισμός και σημασία του "ámbito"στα ισπανικά

El ámbito
[gender: masculine]
01

τομέας, πεδίο

espacio o área donde se desarrolla algo
el ámbito definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ámbitos
Παραδείγματα
Se especializó en el ámbito de la tecnología.
Εξειδικεύτηκε στον τομέα της τεχνολογίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store