Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ámbito
[gender: masculine]
01
τομέας, πεδίο
espacio o área donde se desarrolla algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ámbitos
Παραδείγματα
Se especializó en el ámbito de la tecnología.
Εξειδικεύτηκε στον τομέα της τεχνολογίας.



























