Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El empobrecimiento
01
αποπληθωρισμός, απώλεια ποιότητας
proceso de volverse pobre o de perder calidad o fuerza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El empobrecimiento del suelo afecta a las plantas.
Η εξαθλίωση του εδάφους επηρεάζει τα φυτά.
02
proceso por el que una persona o grupo pierde riqueza o recursos
Παραδείγματα
El desempleo causó el empobrecimiento de muchas familias.



























