Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El empobrecimiento
[gender: masculine]
01
αποπληθωρισμός, απώλεια ποιότητας
proceso de volverse pobre o de perder calidad o fuerza
Παραδείγματα
El empobrecimiento de la fauna es una señal de daño ambiental.
Η εξαθλίωση της πανίδας είναι σημάδι περιβαλλοντικής ζημιάς.



























