Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El empobrecimiento
01
αποπληθωρισμός, απώλεια ποιότητας
proceso de volverse pobre o de perder calidad o fuerza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El empobrecimiento de la fauna es una señal de daño ambiental.
Η εξαθλίωση της πανίδας είναι σημάδι περιβαλλοντικής ζημιάς.
02
proceso por el que una persona o grupo pierde riqueza o recursos
Παραδείγματα
Las malas políticas agravaron el empobrecimiento.



























