el empobrecimiento
Pronunciation
/ˌempɔβɾˌeθimjˈɛnto/

Ορισμός και σημασία του "empobrecimiento"στα ισπανικά

El empobrecimiento
01

αποπληθωρισμός, απώλεια ποιότητας

proceso de volverse pobre o de perder calidad o fuerza
el empobrecimiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El empobrecimiento de la fauna es una señal de daño ambiental.
Η εξαθλίωση της πανίδας είναι σημάδι περιβαλλοντικής ζημιάς.
02

proceso por el que una persona o grupo pierde riqueza o recursos

Παραδείγματα
Las malas políticas agravaron el empobrecimiento.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store