Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perteneciente
01
ανήκων, σχετικός
que forma parte o es propiedad de algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perteneciente
αρσενικό πληθυντικό
pertenecientes
θηλυκό ενικό
perteneciente
θηλυκό πληθυντικό
pertenecientes
Παραδείγματα
Los documentos pertenecientes a la empresa están aquí.
Τα έγγραφα που ανήκουν στην εταιρεία είναι εδώ.



























