Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perteneciente
01
ανήκων, σχετικός
que forma parte o es propiedad de algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perteneciente
αρσενικό πληθυντικό
pertenecientes
θηλυκό ενικό
perteneciente
θηλυκό πληθυντικό
pertenecientes
Παραδείγματα
Las herramientas pertenecientes al taller están organizadas.
Τα εργαλεία που ανήκουν στο εργαστήριο είναι οργανωμένα.



























