empobrecer
Pronunciation
/ˌempɔβɾeθˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "empobrecer"στα ισπανικά

empobrecer
[past form: empobrecí][present form: empobrezco]
01

φτωχαίνω, κάνω φτωχό

hacer que alguien o algo pierda riqueza o calidad
empobrecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
empobrezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
empobrece
ενεστώτα μετοχή
empobreciendo
απλός αόριστος
empobrecí
παθητική μετοχή
empobrecido
Παραδείγματα
La desigualdad empobrece a muchas comunidades.
Η ανισότητα φτωχαίνει πολλές κοινότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store