Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empobrecer
01
φτωχαίνω, κάνω φτωχό
hacer que alguien o algo pierda riqueza o calidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
empobrezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
empobrece
ενεστώτα μετοχή
empobreciendo
απλός αόριστος
empobrecí
παθητική μετοχή
empobrecido
Παραδείγματα
La crisis económica empobrece a muchas familias.
Η οικονομική κρίση φτωχαίνει πολλές οικογένειες.



























