Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empobrecer
[past form: empobrecí][present form: empobrezco]
01
φτωχαίνω, κάνω φτωχό
hacer que alguien o algo pierda riqueza o calidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
empobrezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
empobrece
ενεστώτα μετοχή
empobreciendo
απλός αόριστος
empobrecí
παθητική μετοχή
empobrecido
Παραδείγματα
La desigualdad empobrece a muchas comunidades.
Η ανισότητα φτωχαίνει πολλές κοινότητες.



























