Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conciliación
01
συμφιλίωση, διαμεσολάβηση
acción de resolver un conflicto o diferencia para llegar a un acuerdo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La conciliación familiar ayuda a mejorar las relaciones.
Η οικογενειακή συμφιλίωση βοηθά στη βελτίωση των σχέσεων.



























