Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conciliación
01
συμφιλίωση, διαμεσολάβηση
acción de resolver un conflicto o diferencia para llegar a un acuerdo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La conciliación entre las partes fue pacífica.
Η συμφιλίωση μεταξύ των μερών ήταν ειρηνική.



























