Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
drástico
01
ριζοσπαστικός, αυστηρός
muy fuerte o severo en efecto o consecuencia
Παραδείγματα
Los efectos drásticos se notaron rápidamente.
Οι δραστικές επιπτώσεις παρατηρήθηκαν γρήγορα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ριζοσπαστικός, αυστηρός