Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
depositar
01
καταθέτω, αποθέτω
poner dinero en una cuenta bancaria
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deposito
γ΄ ενικό πρόσωπο
deposita
ενεστώτα μετοχή
depositando
απλός αόριστος
deposité
παθητική μετοχή
depositado
Παραδείγματα
Fui al banco a depositar mi salario.
02
τοποθετώ, αφήνω
poner algo en un lugar determinado, generalmente con cuidado
Παραδείγματα
Depositó el libro sobre la mesa.
Έβαλε το βιβλίο στο τραπέζι.



























