la ganancia
ga
ga
ga
nanc
ˈnanθ
nanth
ia
ja
ya
ganacia

Ορισμός και σημασία του "ganancia"στα ισπανικά

01

κέρδος, όφελος

dinero o beneficio que se obtiene después de un gasto o inversión 
la ganancia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ganancias
Παραδείγματα
La empresa obtuvo una gran ganancia este año. 

Η εταιρεία απέκτησε ένα μεγάλο κέρδος φέτος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store