Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrancar
[past form: arranqué][present form: arranco]
01
ξεκινώ, ενεργοποιώ
poner en funcionamiento un motor o máquina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
arranco
γ΄ ενικό πρόσωπο
arranca
ενεστώτα μετοχή
arrancando
απλός αόριστος
arranqué
παθητική μετοχή
arrancado
Παραδείγματα
El conductor intentó arrancar el autobús varias veces.



























