Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La distribución
01
διανομή
reparto o entrega de algo a varias personas o lugares
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
distribuciones
Παραδείγματα
La distribución de las cartas se hace cada mañana.
Η διανομή των γραμμάτων γίνεται κάθε πρωί.
02
διάταξη
organización o disposición de elementos en un espacio o sistema
Παραδείγματα
La distribución del salón es muy funcional.
Η κατανομή του σαλονιού είναι πολύ λειτουργική.



























