Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mercancía
01
εμπόρευμα, προϊόν
productos que se compran o venden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La mercancía llegó al puerto esta mañana.
Το εμπόρευμα έφτασε στο λιμάνι σήμερα το πρωί.



























