Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obligar
01
αναγκάζω, υποχρεώνω
hacer que alguien haga algo que no quiere o que debe hacer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
obligo
γ΄ ενικό πρόσωπο
obliga
ενεστώτα μετοχή
obligando
απλός αόριστος
obligué
παθητική μετοχή
obligado
Παραδείγματα
La situación obligó a la empresa a reducir costos.
Η κατάσταση ανάγκασε την εταιρεία να μειώσει το κόστος.



























