obligar
ob
ob
li
li
li
gar
ˈɣaɾ
ghar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "obligar"στα ισπανικά

obligar
01

αναγκάζω, υποχρεώνω

hacer que alguien haga algo que no quiere o que debe hacer 
obligar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
obligo
γ΄ ενικό πρόσωπο
obliga
ενεστώτα μετοχή
obligando
απλός αόριστος
obligué
παθητική μετοχή
obligado
Παραδείγματα
No quiero obligarte a venir si no quieres. 

Δεν θέλω να σε αναγκάσω να έρθεις αν δεν θέλεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store