Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obligar
01
αναγκάζω, υποχρεώνω
hacer que alguien haga algo que no quiere o que debe hacer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
obligo
γ΄ ενικό πρόσωπο
obliga
ενεστώτα μετοχή
obligando
απλός αόριστος
obligué
παθητική μετοχή
obligado
Παραδείγματα
No quiero obligarte a venir si no quieres.
Δεν θέλω να σε αναγκάσω να έρθεις αν δεν θέλεις.



























