Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El objeto
01
αντικείμενο
cosa material que se puede percibir y tocar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
objetos
Παραδείγματα
Encontró un objeto extraño en el jardín.
Βρήκε ένα παράξενο αντικείμενο στον κήπο.



























