el objeto
ob
ob
je
ˈxe
khe
to
to
to
boletoquietosujetoboceto

Ορισμός και σημασία του "objeto"στα ισπανικά

01

αντικείμενο

cosa material que se puede percibir y tocar 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
objetos
Παραδείγματα
Encontró un objeto extraño en el jardín. 

Βρήκε ένα παράξενο αντικείμενο στον κήπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store