Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El rastro
01
ίχνος, μονοπάτι
marca o señal que queda después de que algo o alguien ha pasado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rastros
Παραδείγματα
Encontraron un rastro de huellas en la nieve.
LanGeek



























