el componente
com
kom
kom
po
po
po
nen
ˈnen
nen
te
te
te
competente

Ορισμός και σημασία του "componente"στα ισπανικά

01

συστατικό, στοιχείο

elemento que forma parte de un todo o sistema 
el componente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
componentes
Παραδείγματα
El motor es un componente importante del coche. 

Ο κινητήρας είναι ένα σημαντικό συστατικό του αυτοκινήτου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store