impedir
im
im
im
pe
pe
pe
dir
ˈðiɾ
dhir
incluirinfluirresumirasistir

Ορισμός και σημασία του "impedir"στα ισπανικά

impedir
01

εμποδίζω, αποτρέπω

no permitir que algo ocurra 
impedir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
impido
γ΄ ενικό πρόσωπο
impide
ενεστώτα μετοχή
impidiendo
απλός αόριστος
impedí
παθητική μετοχή
impedido
Παραδείγματα
El policía impidió el robo en la tienda. 

Ο αστυνομικός απέτρεψε τη ληστεία στο κατάστημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store