Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impedir
01
εμποδίζω, αποτρέπω
no permitir que algo ocurra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
impido
γ΄ ενικό πρόσωπο
impide
ενεστώτα μετοχή
impidiendo
απλός αόριστος
impedí
παθητική μετοχή
impedido
Παραδείγματα
El policía impidió el robo en la tienda.
Ο αστυνομικός απέτρεψε τη ληστεία στο κατάστημα.



























