impedir
Pronunciation
/ˌimpeðˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "impedir"στα ισπανικά

impedir
[past form: impedí][present form: impido]
01

εμποδίζω, αποτρέπω

no permitir que algo ocurra
impedir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
impido
γ΄ ενικό πρόσωπο
impide
ενεστώτα μετοχή
impidiendo
απλός αόριστος
impedí
παθητική μετοχή
impedido
Παραδείγματα
El doctor impidió que la enfermedad empeorara.
Ο γιατρός εμπόδισε την ασθένεια να επιδεινωθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store