imperar
Pronunciation
/ˌimpɛɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "imperar"στα ισπανικά

imperar
01

κυριαρχώ

ejercer poder o autoridad sobre un territorio o grupo
imperar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
impero
γ΄ ενικό πρόσωπο
impera
ενεστώτα μετοχή
imperando
απλός αόριστος
imperó
παθητική μετοχή
imperado
Παραδείγματα
Imperaba la dinastía en todo el territorio.
Η δυναστεία κυβερνούσε ολόκληρη την επικράτεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store