Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imperar
01
κυριαρχώ
ejercer poder o autoridad sobre un territorio o grupo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
impero
γ΄ ενικό πρόσωπο
impera
ενεστώτα μετοχή
imperando
απλός αόριστος
imperó
παθητική μετοχή
imperado
Παραδείγματα
Imperaba la dinastía en todo el territorio.
Η δυναστεία κυβερνούσε ολόκληρη την επικράτεια.



























