imperar
Pronunciation
/ˌimpɛɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "imperar"στα ισπανικά

imperar
01

κυριαρχώ

ejercer poder o autoridad sobre un territorio o grupo 
imperar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
impero
γ΄ ενικό πρόσωπο
impera
ενεστώτα μετοχή
imperando
απλός αόριστος
imperó
παθητική μετοχή
imperado
Παραδείγματα
El rey imperaba sobre el reino. 

Ο βασιλιάς κυριαρχούσε στο βασίλειο.

02

ser dominante o estar ampliamente extendido en un lugar, época o situación 

Παραδείγματα
Durante años imperó el miedo. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store