Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
súbito
01
ξαφνικός, απρόσμενος
que ocurre de forma rápida y sin aviso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más súbito
συγκριτικός βαθμός
más súbito
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
súbito
αρσενικό πληθυντικό
súbitos
θηλυκό ενικό
súbita
θηλυκό πληθυντικό
súbitas
Παραδείγματα
El ruido súbito asustó a los niños.
Ο αιφνίδιος θόρυβος τρόμαξε τα παιδιά.



























