súbito
Pronunciation
/sˈuβito/

Ορισμός και σημασία του "súbito"στα ισπανικά

01

ξαφνικός, απρόσμενος

que ocurre de forma rápida y sin aviso
súbito definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más súbito
συγκριτικός βαθμός
más súbito
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
súbito
αρσενικό πληθυντικό
súbitos
θηλυκό ενικό
súbita
θηλυκό πληθυντικό
súbitas
Παραδείγματα
El ruido súbito asustó a los niños.
Ο αιφνίδιος θόρυβος τρόμαξε τα παιδιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store