Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tabaquismo
01
καπνισμός, εξάρτηση από το νικοτίνη
dependencia física o psicológica de productos que contienen tabaco
Παραδείγματα
Reducir el tabaquismo mejora la salud general.
Η μείωση του καπνίσματος βελτιώνει τη γενική υγεία.



























