bito
ˈsu
soo
bi
βi
bi
to
to
to

Ορισμός και σημασία του "súbito"στα ισπανικά

01

ξαφνικός, απρόσμενος

que ocurre de forma rápida y sin aviso 
súbito definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más súbito
συγκριτικός βαθμός
más súbito
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
súbito
αρσενικό πληθυντικό
súbitos
θηλυκό ενικό
súbita
θηλυκό πληθυντικό
súbitas
Παραδείγματα
El cambio fue súbito e inesperado. 

Η αλλαγή ήταν αιφνίδια και απρόσμενη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store