pillar
pi
pi
pi
llar
ˈʎaɾ
liar
pilar

Ορισμός και σημασία του "pillar"στα ισπανικά

pillar
01

κολλώ, πιάνομαι

contagiarse o infectarse con una enfermedad 
pillar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pilla
ενεστώτα μετοχή
pillando
απλός αόριστος
pillé
παθητική μετοχή
pillado
Παραδείγματα
Creo que he pillado un resfriado. 

Νομίζω ότι πήρα κρυολόγημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store