Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pimentón
[gender: masculine]
01
πιμεντόν, πάπρικα
polvo de pimiento para dar sabor y color
Παραδείγματα
Mezcla pimentón con aceite de oliva.
Ανακατέψτε pimentón με ελαιόλαδο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πιμεντόν, πάπρικα