Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El esguince
01
στραμπουλήγμα
lesión que ocurre cuando se estiran o se rompen los ligamentos de una articulación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
esguinces
Παραδείγματα
Tengo un esguince en el tobillo derecho.
Έχω στραμπουλήγμα στον δεξιό αστράγαλο.



























