el esfuerzo
esf
ˈesf
esf
uer
weɾ
ver
zo
θo
tho
almuerzorefuerzo

Ορισμός και σημασία του "esfuerzo"στα ισπανικά

01

προσπάθεια

energía, trabajo o dedicación que se pone para lograr algo 
el esfuerzo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
esfuerzos
Παραδείγματα
Hizo un gran esfuerzo para terminar el proyecto a tiempo. 

Έκανε μια μεγάλη προσπάθεια για να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store