Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El esfuerzo
01
προσπάθεια
energía, trabajo o dedicación que se pone para lograr algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
esfuerzos
Παραδείγματα
Hizo un gran esfuerzo para terminar el proyecto a tiempo.
Έκανε μια μεγάλη προσπάθεια για να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.



























